Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

ΣΤΙΧΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ



ΕΝΑ  ΤΟ  ΧΕΛΙΔΟΝΙ


ΜΑΘΗΤΗΣ              'Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
ΜΑΘΗΤΗΣ              για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ   'Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή.
ΜΑΘΗΤΗΣ              Θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς
ΜΑΘΗΤΗΣ              θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ   θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.
ΜΑΘΗΤΗΣ              Θ(ε)έ μου πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά
ΜΑΘΗΤΗΣ              Θ(ε)έ μου πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    Θ(ε)έ μου πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    Θ(ε)έ μου πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα.
ΜΑΘΗΤΗΣ              Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού,
ΜΑΘΗΤΗΣ              το ' χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού,
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    το ' χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου.
ΜΑΘΗΤΗΣ               Σ' ένα βαθύ πηγάδι το ' χουνε κλειστό
ΜΑΘΗΤΗΣ              μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος.
ΜΑΘΗΤΗΣ              Θεέ μου πρωτομάστορα, μέσα στις πασχαλιές και εσύ
ΜΑΘΗΤΗΣ              Θεέ μου πρωτομάστορα , μύρισες την ανάσταση.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    Θεέ μου πρωτομάστορα, μέσα στις πασχαλιές και εσύ
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ    Θεέ μου πρωτομάστορα , μύρισες την ανάσταση.

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία,
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά.
'Ηταν μια λέξη μοναχά "ελευθερία",
ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά.

Ύστερα κύλησε ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ' τη μνήμη στην καρδιά.
Ο τοίχος έγραφε "μοναδική ευκαιρία,
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά".

Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία
ύστερα γήπεδο, στοιχήματα , καυγάς.
Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
έπειτα είπαν πως την έγραψαν παιδιά.


Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

ΜΑΘΗΤΗΣ           Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
ΜΑΘΗΤΗΣ
           και μυρσίνη εσύ δοξαστική
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  μη παρακαλώ σας μη
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  μη παρακαλώ σας μη
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  μη παρακαλώ σας μη
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  λησμονάτε τη χώρα μου.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  μη παρακαλώ σας μη
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  λησμονάτε τη χώρα μου.


ΜΑΘΗΤΗΣ
           Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
ΜΑΘΗΤΗΣ
           στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  και τα σπίτια πιο λευκά
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  και τα σπίτια πιο λευκά
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  και τα σπίτια πιο λευκά
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  στου γλαυκού το γειτόνεμα.
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  και τα σπίτια πιο λευκά
ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΑΞΗΣ
  στου γλαυκού το γειτόνεμα.

Το ακορντεόν

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο
που ήξερε και έπαιζε τ' ακορντεόν.
'Οταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος
φωτιές στα χέρια του άναβε τ' ακορντεόν.

Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ' άλλα
κράταγε τσίλιες παίζοντας τ' ακορντεόν.
Γερμανικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα
και μια ριπή σταμάτησε τ' ακορντεόν .
'Αρχινισμένο σύνθημα -πάντα μου μένει-
όποτ' ακούω από τότε ακορντεόν
και ' χει σα στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει,
"δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός,"
Και ' χει σα στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει,
"δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός."


Το γελαστό παιδί

       'Ηταν πρωί τ' Αυγούστου, κοντά στη ροδαυγή
        βγήκα να πάρω αγέρα στην ανθισμένη γη.
        Βλέπω μια κόρη, κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί,
        σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί.

        Είχεν αντρειά και θάρρος κι αιώνια θα θρηνώ,
        το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό.
        Ανάθεμα την ώρα , κατάρα τη στιγμή
        σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί.

        Ω! να 'ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι
        και μόνο από βόλι Εγγλέζου να 'χε πάει
        κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή
        θα 'ταν τιμή μου που 'χασα το γελαστό παιδί.

        Βασιλικιά μου αγάπη, μ' αγάπη θα στο λέω
        για τ' ότι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
        γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ.
        Δόξα τιμή στο αξέχαστο γελαστό παιδί.

        Βασιλικιά μου αγάπη, μ' αγάπη θα στο λέω
        για τ' ότι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
        γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ.
        Δόξα τιμή στο αξέχαστο γελαστό παιδί.

        Γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ.
        Δόξα τιμή στο αξέχαστο γελαστό παιδί.

"ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΩΝ ΣΟΝΕΤΩΝ"
               
(
του Παναγιώτη Κανελλόπουλου)

        Οι δρόμοι αλλάξανε - πώς να το πω;-
        κατεύθυνση.Και οι κάτοικοι περνάνε
        μπροστά μας ... Σα να λείπουμε ... , Σα να     'ναι
        υπόλειμμα από χτες (βέβαια νωπό,

        μα δίχως βάσιμο και απτό σκοπό)
        η παρουσία μας.'Ολοι μας σφαλάνε*
        την πόρτα.Ούτε καπνό δε μας πουλάνε.
        Μα ακόμα κι έτσι -ω, ναι - την αγαπώ

        την πόλη που σε καθεμιά της άκρη
        βρυσούλες τρέχουν (ίσως κι ένα δάκρυ).
        Και κάποιες βλέπεις πού και πού κουρτίνες

        δειλά ν' ανοίγουν.Τάχα εμάς ακόμα
        φοβάστε ή τον εχθρό; Κι ευθύς εκείνες
        αντίς γι' απάντηση σφαλούν το στόμα.



ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ



Εδώ, εδώ Πολυτεχνείο
ακούτε ελεύθερο σταθμό
εδώ είναι το σκληρό σχολείο
οι φοιτητές μαζί με το λαό.

'Αντε, βοηθάτε παλικάρια
βάλτε όλα σας τα δυνατά,
ν' αγωνιστούμε σα λιοντάρια
να θυμηθούμε πάλι τα παλιά.

Εδώ, εδώ πολυτεχνείο
ακούτε ελεύθερη φωνή
εδώ είναι το κρυφό σχολείο
για λευτεριά, ειρήνη, προκοπή

Εμπρός, εμπρός Πολυτεχνείο
εμπρός δε βγάζει τσιμουδιά
έξω το κάνανε σφαγείο
νεκροί οι φοιτητές κι η ανθρωπιά


ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ
Βασίλης Ρώτας


Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
Πολυτεχνείο! Εδώ καλώ
Βοήθεια, πρόφτασε, λαέ,
Σκοτώνουν τα παιδιά σου, οϊμέ!
Τα νιάτα που έστησαν εδώ
του Αγώνα τραγικόν χορό
και τραγουδούν τη λευτεριά
σου τα σκοτώνουν τα παιδιά.
Της βίας ο δούλος ο μωρός,
δουλέμπορος φονιάς μιαρός,
σκοτώνει - λαέ-  τα τέκνα σου
τ’ αγόρια, τα κορίτσια σου.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
τα νιάτα σέρνουνε χορό.
Της Επιστήμης τα παιδιά
και τραγουδούν τη Λευτεριά.
Εδώ της νιότης ο άξιος νους,
που χτίζει θέατρα, ναούς,
σκεδιάζει ιδέες και μηχανές
και δένει το αύριο με το χτες.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
Μέσα της τέχνης το ιερό
σκοτώνει η βία τα παιδιά
που τραγουδούν τη Λευτεριά.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
γίνεται ανήκουστο κακό.
Της βίας ο δούλος ο μωρός.


ΕΛΕΓΕΙΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ
                       
(του Νικηφόρου Βρεττάκου)


Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους
κήπους
και τις πολιτείες μας.
Πάνω στοχώμα σου Είμαστε . 'Εχουμε πατρίδα.
'Εχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του
πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται
στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
'Ετσι μας μίλησε η καρδιά σου.

Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Το πρώτο σου παιχνίδι , Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
'Επαιξες τη φωτιά.'Επαιξες το Χριστό.'Επαιξες
τον Αϊ Γιώργη και το Διγενή.
'Επαιξες τους δείχτες του ρολογιού που
κατεβαίνουν τα μεσάνυχτα.
'Επαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν
υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.

Η ΠΟΡΤΑ

Σαν έπεσεν η πόρτα
συρτός, μακρύς, ατέλειωτος
ακούστηκεν ο κρότος.
Ατέλειωτος ν’ ανθυμάει
γενιά- γενιά για ’κεινο.
Εκείνη δεν ήταν πόρτα.
Γίγαντας ήταν που ’πεσε
και πλάκωσε για πάντα
το φόβο και τη δούλωση,
τη βία του δυνάστη.
Κι εκεί ακριβώς όπου ’πεσε
στην τσιμεντένια αυλή,
εφύτρωσε το αιώνιο
Της λευτεριάς δεντρί.

ΘΟΥΡΙΟΣ

(της Δώρας Μοάτσου – Βάρναλη)


Κανόνια, πολυβόλα
θανάσιμος χορός!
Μα εμείς τα παληκάρια
τραβάμε πάντα εμπρός!

Να σαρώσουμε τυράννους
και προδότες του λαού,
από ράχες και λαγκάδια
κατεβαίνουμε , παντού.

Για να λάμψει πάλι ο ήλιος.
Δίκιο , αλήθεια , λευτεριά.
Δίχως τον ξένο τον αφέντη και
δίχως ντόπιο τύραννο ξανά!

Κοιμηθείτε Αδέρφια
ΤΑΣΟΥ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ
 (απόσπασμα από ''το συντροφικό τραγούδι'')


Κοιμηθείτε, αδέρφια.
Σ’ όποιο χώμα κι αν πέσατε
θ’ ακούτε τώρα τα πλατιά βήματα των συντρόφων σας
που προχωράνε σ’ όλη τη γη
θ’ ακούτε να τραγουδάνε τα πελώρια τραγούδια που ΄χατε
κάποτε κι εσείς τραγουδήσει
που οι ήχοι τους ανεβαίνουν και κατεβαίνουν και πηγαίνουν
κι έρχονται
σαν τις μεγάλες αναπνοές του ανέμου πάνω από απέραντα
χωράφια με στάχια.
Θα τ' ακούτε, σαν καταιγίδα τώρα, να τραγουδιώνται απ'
όλους τους λαούς μαζί.
Και με τα δυνατά σας χέρια μες απ' το χώμα.
Θα υποβαστάζετε τον κόσμο......

ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΑΓΩΝΙΣΟΥ

Για τη μεγάλη μας γιορτή που ήρθες να τιμήσεις
εις το βωμό της λευτεριάς και συ να προσκυνήσεις.

Για λευτεριά ν’ αγωνιστείς, για μας ποτέ μην κλάψεις
ύμνους μονάχα λευτεριάς, αν θες κι εσύ να γράψεις.

Δίκιο, ψωμί και λευτεριά, φώναξε όπου να ’σαι
έτσι τιμάς τους ήρωες και πάντα τους θυμάσαι.

Προδότης μόνο μη γενείς, δειλός αν είσαι κρύψου
κι αν δε γεννήθηκες ραγιάς, μαζί μας αγωνίσου.

Η δόξα των προγόνων μας αιώνια θα μένει.
Με πολυβόλα και με τανκς το πνεύμα δεν παθαίνει.
ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΤΑΝΚ

Νίκος Γ. Δασκαλόπουλος

          ...........

Ιερό και άξιο κτίσμα. Και της γνώσης, ναέ και φρουρέ της ειρήνης.
Το τρανό και τ’ αγέρωχο φως σου, φωτίζει το βλέπω.
Το ακατάλυτο φως  των αιώνων, που η γνώση της γνώσης γεννάει.
Φωτισμένη γενιά , ποιος μπορεί να σκλαβώσει;
Φωτισμένο μυαλό ποιος μπορεί να δεσμέψει;

Σπιθοβόλο το φως, λευτεριάς ορμητήρι.
Καραούλι, προπύργι, μετερίζι και κάστρο.
Πολυτεχνείο. Φωτεινέ κι ακατάλυτε φάρε.
Λευτεριάς αστραπή και βροντή, ώριο σύμβολο πάλης.


Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία,
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά.
'Ηταν μια λέξη μοναχά "ελευθερία",
ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά.

Ύστερα κύλησε ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ' τη μνήμη στην καρδιά.
Ο τοίχος έγραφε "μοναδική ευκαιρία,
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά".

Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία
ύστερα γήπεδο, στοιχήματα , καυγάς.
Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
έπειτα είπαν πως την έγραψαν παιδιά.

ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Πάνε πια τα  χρόνια.
Η σκέψη σου πέταξε πίσω.
Στην παγωμένη άσφαλτο της πόλης.
Στην ομίχλη των δακρυγόνων.
Οι φωνές ξανασχίσαν το είναι σου.
Ο αγώνας ξαναμπήκε στην ανάσα σου.
Ταξίδεψε μέσα σου, θέριεψε.
Μισόκλεισες τα μάτια σου.
Να! Τις αφίσες κρατάς.
Χέρι- χέρι τις δίνεις, μιλάς.
Τη γροθιά σου υψώνεις, φωνάζεις.
Προχωρείς , προχωρείς.
Θυμάσαι;
Ύστερα το φοβερό μούγκρισμα της μηχανής.
Το τραγούδι της ερπύστριας, που έφτανε.
Η φωνή του αξιωματικού που ούρλιαζε.
Η βουή του κόσμου, που έτρεχε.
Οι κλαγγές των όπλων, που έριχναν.
Ο γδούπος των κορμιών, που έπεφταν.
Το αγκάλιασμα του τανκ και της πόρτας.
Το άρπαγμα της ζωή από το θάνατο.
Το παράλογο που βίαζε τη λογική.
Και συ θυμάσαι;
Πίσω απ’ την τσακισμένη πόρτα.
Άρπαξες την ελπίδα απ’ το χέρι.
Έφυγες όπως κι οι άλλοι.
Πάνε πια χρόνια.
Μα δε ξεχνάς.
Δεν μπορείς να ξεχνάς.
Ακουμπάς τα λουλούδια.
Κάπου δίπλα στη θύμηση.
Φεύγεις!
Το Πολυτεχνείο αλαργεύει
ξοπίσω σου...

ΑΝΩΝΥΜΩΝ

Διαβάτη στάσου μια στιγμή
στάσου και συλλογίσου
και ύστερα προσκύνησε
την πύλη με τα μάνταλα,
την πόλη με τα ρόδα.

Διαβάτη στάσου μια στιγμή
στους ίσκιους των ηρώων
κι ύστερα προσκύνησε
πτυχές θριάμβων που άφησαν
τα χείλη των νεκρών.


Στο Διομήδη Κομνηνό



"Μεταξύ των φονευθέντων , είναι ο
Διομήδης Κομνηνός, ετών 17, με
βεβαρυμένον παρελθόν".


Εφημερίδες - άπο επίσημη ανακοίνωση


Βεβαίως,
είχε βεβαρημένο παρελθόν ο Διομήδης.
Πέντε χρονών, στους ώμους του πατέρα του
φώναζε για λευτεριά στην Κύπρο,
δέκα χρονών, ξυπόλυτος,
με μια φέτα ψωμί στην τσέπη,
βάδιζε στην πορεία της ειρήνης,
στα δώδεκα ζητούσε δημοκρατία.
Στα δέκα επτά
μ' ένα πλακάτ στο χέρι:


ψωμί - παιδεία - ελευθερία.

ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ

(Κωστούλας Μητροπούλου)


        Πίσω απ' τα κάγκελα ελεύθεροι χιλιάδες
        στο δρόμο περπατάει αργά η φοβέρα,
        πίσω απ' τα σίδερα ονειρεύονται μανάδες
        παιδιά που έχουνε αλλάξει σε μια μέρα.

        Μπροστά απ' τα κάγκελα οι σκλάβοι που φοβούνται
        όπλα κρατάνε και ο δρόμος τους ανήκει
        πίσω απ' τα κάγκελα φωνές που δε φοβούνται
        και μοιάζουν θάλασσα που πλέει ένα καϊκι.

        Πίσω απ' τα σίδερα τα μάτια της γενιάς τους
        χαμογελάνε σ' ένα φως που ξημερώνει
        έξω στο δρόμο η ντροπή κι η παγωνιά τους
        βήμα με βήμα την ελπίδα τη σκοτώνει.


ΥΜΝΟΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ
(άγνωστου ποιητή)

Σε σας αδέρφια μου εμείς
χρωστάμε τη ζωή μας,
το αίμα μας, το σώμα μας
την ύστερη πνοή.

Ζητήσατε κάτι κακό;
Δόξες ή μεγαλεία;
'Οχι ! Ζητήσατε απλά
λίγη ελευθερία.

Η λευτεριά στους 'Ελληνες
είν' όλη η ζωή τους
κι όταν τη χάσουν
δίνουνε το αίμα, την πνοή τους.



















Δεν υπάρχουν σχόλια: